Άνοιγμα κυρίως μενού

Βικιλεξικό β

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

σχετικός < αρχαία ελληνική σχετικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σχετικός

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης., συγκριτικός


  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σχετικός

  1. (φυσική) σχετικιστής, φυσικός με πεδίο έρευνας την συμφιλίωση της γενικοσχετικότητας με την κβαντική θεωρία πεδίου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία