Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική σχέσις σχέσει σχέσεις
Γενική σχέσεως σχεσέοιν σχέσεων
Δοτική σχέσει σχεσέοιν σχέσεσι(ν)
Αιτιατική σχέσιν σχέσει σχέσεις
Κλητική σχέσι σχέσει σχέσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σχέσις < ἔχω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *seǵʰ- (έχω, κατέχω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σχέσις θηλυκό

  1. η (προσωρινή) φυσική σωματική κατάσταση
     αντώνυμα: ἔξις
  2. στάσιμη κατάσταση
  3. χαρακτήρας, ιδιότητα
  4. σχέση, συσχέτιση
  5. κατοχή, απόκτηση

  ΠηγέςΕπεξεργασία