Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˌkɔɹəˈspɑndɪŋ/
ήχος (ΗΠΑ) 

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

corresponding (en)

  1. αντίστοιχος, που αντιστοιχεί
  2. σχετικός

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

corresponding (en)

  • μετοχή ενεστώτα του ρήματος correspond

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία