Λατινικά (la)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

dexter < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *deḱs-. Συγγενή: σανσκριτική दक्षिण (dákṣiṇa), αρχαία ελληνική δεξιός > ιταλική destro, ισπανική diestro.

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

dexter (la), dextra ή dextera, dextrum ή dexterum

  1. δεξιός, δεξής
  2. επιδέξιος, επιτήδειος
  3. εύθετος
  4. αίσιος, ευνοϊκός
  5. (ουσιαστικοποιημένο) dextra
    1. (εννοείται manus) το δεξί χέρι
    2. (ενν. pars) η δεξιά παράταξη

ΚλίσηΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική dexter dextra dextrum dextrī dextrae dextra
γενική dextrī dextrae dextrī dextrōrum dextrārum dextrōrum
δοτική dextrō dextrae dextrō dextrīs dextrīs dextrīs
αιτιατική dextrum dextram dextrum dextrōs dextrās dextra
κλητική dexter dextra dextrum dextrī dextrae dextra
αφαιρετική dextrō dextrā dextrō dextrīs dextrīs dextrīs
(Δευτερόκλιτα επίθετα) (Αντωνυμίες)

ή

ενικός πληθυντικός
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
αρσενικό
θηλυκό
ουδέτερο
ονομαστική dexter dextera dexterum dexterī dexterae dextera
γενική dexterī dexterae dexterī dexterōrum dexterārum dexterōrum
δοτική dexterō dexterae dexterō dexterīs dexterīs dexterīs
αιτιατική dexterum dexteram dexterum dexterōs dexterās dextera
κλητική dexter dextera dexterum dexterī dexterae dextera
αφαιρετική dexterō dexterā dexterō dexterīs dexterīs dexterīs
(Δευτερόκλιτα επίθετα) (Αντωνυμίες)

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΑπόγονοιΕπεξεργασία

dexter (λατινικά)

ισπανικά: diestro
ιταλικά: destro
παλαιά γαλλικά: destre
μέση γαλλική: dexre
γαλλικά: dextre

→ και δείτε περισσότερους απογόνους στο  dexter στο αγγλικό Βικιλεξικό

  ΠηγέςΕπεξεργασία