Δείτε επίσης: ἐπιτήδειος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο επιτήδειος η επιτήδεια το επιτήδειο
      γενική του επιτήδειου της επιτήδειας του επιτήδειου
    αιτιατική τον επιτήδειο την επιτήδεια το επιτήδειο
     κλητική επιτήδειε επιτήδεια επιτήδειο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι επιτήδειοι οι επιτήδειες τα επιτήδεια
      γενική των επιτήδειων των επιτήδειων των επιτήδειων
    αιτιατική τους επιτήδειους τις επιτήδειες τα επιτήδεια
     κλητική επιτήδειοι επιτήδειες επιτήδεια
Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιτήδειος < αρχαία ελληνική ἐπιτήδειος ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική habile)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

επιτήδειος, -α, -ο

  1. ο επιδέξιος, ο ικανός, ο κατάλληλος σε έναν τομέα
  2. (κατ’ επέκταση) ο απατεώνας, κάποιος που εκμεταλλεύεται την αφέλεια ή την άγνοια των άλλων, για να κερδίσει χρήματα ή για άλλους σκοπούς
    Με τη μέθοδο της απασχόλησης επιτήδειοι έκλεψαν 80χρονο. (*)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • τα επιτήδεια: τα αναγκαία για τη ζωή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία