Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο καταφερτζής οι καταφερτζήδες
      γενική του καταφερτζή των καταφερτζήδων
    αιτιατική τον καταφερτζή τους καταφερτζήδες
     κλητική καταφερτζή καταφερτζήδες
όπως «μπαλωματής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
καταφερτζής < καταφέρνω + -τζής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καταφερτζής αρσενικό (θηλυκό: καταφερτζού)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία