Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική -τζής -τζήδες
γενική -τζή -τζήδων
αιτιατική -τζή -τζήδες
κλητική -τζή -τζήδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

-τζής < τουρκική -cı +

  ΕπίθημαΕπεξεργασία

-τζής, -τζού, -τζίδικο

  1. χρησιμοποιείται για τη δημιουργία λέξεων οι οποίες δηλώνουν άτομο που έχει επάγγελμα σχετικό με τη ρίζα ή έχει μία ιδιότητα σχετική με τη ρίζα
    χαλβατζής: αυτός που φτιάχνει χαλβά
    ΔΕΗτζής: υπάλληλος της ΔΕΗ
    ΠΑΟΚτζής και παοκτζής: φίλαθλος ή οπαδός του ΠΑΟΚ
    γκολτζής: αυτός που βάζει γκολ

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • το αντίστοιχο θηλυκό δημιουργείται από το επίθημα -τζού ενώ ως ουδέτερο χρησιμοποιείται το -τζήδικο, ουδέτερο του επιθέτου που δημιουργείται από το επίθημα -τζήδικος
  • μερικές φορές προστίθεται, χάριν ευφωνίας, ένα νι πριν το επίθημα
    βιολιτζής και βιολιντζής
  • μερικές φορές μεταβάλλεται ή αφαιρείται, χάριν ευφωνίας, το τελευταίο φωνήεν της ρίζας
    προποτζής και προπατζής: ιδιοκτήτης ή υπάλληλος καταστήματος ΠΡΟΠΟ
    φαναριτζής και φαναρτζής

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία