Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπετό τα μπετά
      γενική του μπετού των μπετών
    αιτιατική το μπετό τα μπετά
     κλητική μπετό μπετά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπετό < γαλλική béton

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μπετό ουδέτερο

δείτε τη λέξη μπετόν