Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπετόν < (άμεσο δάνειο) γαλλική béton < λατινική bitumen (άσφαλτος)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /beˈton/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μπετόν και μπετό ουδέτερο άκλιτο

  1. μείγμα από άμμο, τσιμέντο και χαλίκι, που χρησιμοποιείται στην οικοδόμηση: το βάζουμε ρευστό π.χ. για θεμέλια ή πλάκες του πεζοδρομίου, και γίνεται συμπαγές μέσα σε λίγη ώρα
  2. (πληθυντικός) μπετά: το στάδιο οικοδόμησης ενός κτίσματος, κατά το οποίο κατασκευάζεται ο σκελετός του

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία