Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπετόν αρμέ < (άμεσο δάνειο) γαλλική betón armé

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

μπετόν αρμέ ουδέτερο άκλιτο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία