Δείτε επίσης: ῥάβδος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ράβδος οι ράβδοι
      γενική της ράβδου των ράβδων
    αιτιατική τη ράβδο τις ράβδους
     κλητική ράβδε ράβδοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ράβδος < (λόγιο) αρχαία ελληνική ῥάβδος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ράβδος θηλυκό

  1. ((καθαρεύουσα)) μακρόστενο κυλινδρικό κομμάτι συμπαγούς και σχετικά άκαμπτου υλικού, ραβδί
  2. επίμηκες μηχανικό εξάρτημα (συνήθως μεταλλικό) που χαρακτηρίζεται από στιβαρότητα, αντοχή και τον απαραίτητο βαθμό ακαμψίας (ανάλογα με την περίπτωση)
  3. ποσότητα μετάλλου με μακρόστενο σχήμα και τυποποιημένο μέγεθος για εμπορεία ή αποθήκευση
    • ληστές έκλεψαν 20 ράβδους χρυσού
  4. μακρόστενο εξάρτημα, συχνά διακοσμημένο, σύμβολο της αρχιερωσύνης και διακριτικό του βαθμού εκκλησιαστικού αξιώματος, πατερίτσα
    • ποιμαντορική ράβδος

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία