Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επίπληξη οι επιπλήξεις
      γενική της επίπληξης
& επιπλήξεως
των επιπλήξεων
    αιτιατική την επίπληξη τις επιπλήξεις
     κλητική επίπληξη επιπλήξεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επίπληξη < αρχαία ελληνική ἐπίπληξις ( < επί + πλήττω )

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επίπληξη θηλυκό

  1. η αυστηρή παρατήρηση, η οποία γίνεται, προφορικώς ή γραπτώς, σε κάποιον που διέπραξε σφάλμα, με σκοπό τη βελτίωση ή την τιμωρία του
    αφού δε συμμορφώνεται με τις επιπλήξεις, τιμώρησέ τον
  2. η επίπληξη ως ποινή, συνήθως κατώτερη, που επιβάλλεται σε κάποιον είτε στα πλαίσια ορισμένης ιεραρχίας είτε από δικαστήριο.
    ο μαθητής τιμωρήθηκε αυτή τη φορά με απλή επίπληξη, την επόμενη όμως φορά θα αποβληθεί
    • πειθαρχική ποινή για τους δημοσίους υπαλλήλους, στρατιωτικούς, δικαστικούς, αστυνομικού κλπ Η επίπληξη έχει συνήθως εμπιστευτικό χαρακτήρα και κοινοποιείται στον ποινολογούμενο, από την προϊσταμένη αρχή εγγράφως.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία