Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η ραβδοσκόπος οι ραβδοσκόποι
      γενική του/της ραβδοσκόπου των ραβδοσκόπων
    αιτιατική τον/τη ραβδοσκόπο τους/τις ραβδοσκόπους
     κλητική ραβδοσκόπε ραβδοσκόποι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ραβδοσκόπος < ράβδ(ος) + -ο- + -σκόπος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ραβδοσκόπος αρσενικό ή θηλυκό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία