Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ραβδιστήρα ραβδιστήρες
γενική ραβδιστήρας ραβδιστηρών
αιτιατική ραβδιστήρα ραβδιστήρες
κλητική ραβδιστήρα ραβδιστήρες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ραβδιστήρα < ραβδί

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ραβδιστήρα θηλυκό

  1. μεγάλο ραβδί ύψους 3 - 4 μέτρων με το οποίο επιχειρείται η συγκομιδή καρπών δένδρων με ραβδισμούς των κλαδιών, συνηθέστερα για τη συγκομιδή των ώριμων ελιών (στη ναξιακή και κυκλαδική διάλεκτο)

  ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • οι ραβδιστήρες συνηθέστερα προέρχονται από ίσια μεγάλα κλαδιά καθαρισμένα από φύλλα και άλλους κλώνους

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία