Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τιμωρία οι τιμωρίες
      γενική της τιμωρίας των τιμωριών
    αιτιατική την τιμωρία τις τιμωρίες
     κλητική τιμωρία τιμωρίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τιμωρία < αρχαία ελληνική τιμωρία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τιμωρία θηλυκό

  1. η ποινή.

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία