Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πλακατζής οι πλακατζήδες
      γενική του πλακατζή των πλακατζήδων
    αιτιατική τον πλακατζή τους πλακατζήδες
     κλητική πλακατζή πλακατζήδες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλακατζής < πλάκα + -τζής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πλακατζής αρσενικό

  1. άτομο που κάνει πλάκες
  2. (σπάνιο) ο πλακάς

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία