Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

πλακατζήδες αρσενικό

  1. πλακατζής, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού