Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλακάς πλακάδες
γενική πλακά πλακάδων
αιτιατική πλακά πλακάδες
κλητική πλακά πλακάδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλακάς < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πλακάς αρσενικό

  1. ο τεχνίτης που στρώνει δάπεδα με πλάκες

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία