Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο μάγκας οι μάγκες
γενική του μάγκα
αιτιατική τον μάγκα τους μάγκες
κλητική μάγκα μάγκες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάγκας < αλβανική mangë < τουρκική manga

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάγκας αρσενικό

  1. χαρακτηριστικός λαϊκός τύπος με ιδιαίτερη εμφάνιση, ομιλία και συμπεριφορά
  2. παλικαράς, νταής
  3. ο ικανός στον τομέα του

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • κάνω τον μάγκα: κάνω κάτι παράτολμο, ασύνετο
  • τζάμπα μάγκας: αυτός που παριστάνει τον τολμηρό, ενώ ξέρει πως δεν πρόκειται να χρειαστεί να αποδείξει την τόλμη του

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία