Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παλαιά < παλαιός

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

παλαιά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

παλαιά

  1. θηλυκό του παλαιός, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού
  2. ουδέτερο του παλαιός, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού