Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική λίγος λίγη λίγο
γενική λίγου λίγης λίγου
αιτιατική λίγο λίγη λίγο
κλητική λίγε λίγη λίγο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική λίγοι λίγες λίγα
γενική λίγων λίγων λίγων
αιτιατική λίγους λίγες λίγα
κλητική λίγοι λίγες λίγα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λίγος < μεσαιωνική ελληνική λίγος < αρχαία ελληνική ὀλίγος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λίγος, -η, -ο

  1. στον ενικό αριθμό χρησιμοποιείται με μη αριθμητά ουσιαστικά για να δηλώσει μικρή, περιορισμένη ποσότητα.
    Θα ήθελα λίγη ζάχαρη, παρακαλώ.
  2. στον πληθυντικό χρησιμοποιείται κυρίως με αριθμητά ουσιαστικά για να δηλώσει μικρό, περιορισμένο πλήθος. Χρησιμοποιείται επίσης και αντωνυμικά.
    μέχρι πρόσφατα πολύ λίγοι Έλληνες είχαν σύνδεση με το διαδίκτυο.
    πολύ λίγοι τόλμησαν αν ανέβουν στην κορυφή του βράχου.
    (αλλά και) λίγες ελπίδες του απέμειναν.
    • (ουσιαστικοποιημένο) οι εκλεκτοί, οι προνομιούχοι, η ελίτ (συνηθέστερα : οι ολίγοι)
      σ' αυτή τη χώρα μόνο οι λίγοι ευημερούν, ενώ οι πολλοί δυστυχούν.
  3. (μεταφ.) Άνθρωπος περιορισμένων ικανοτήτων, ανεπαρκής.
    ήταν πολύ λίγος για να αντιμετωπίσει τέτοια πρόκληση με επιτυχία.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία