Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο λίγος η λίγη το λίγο
      γενική του λίγου της λίγης του λίγου
    αιτιατική τον λίγο τη λίγη το λίγο
     κλητική λίγε λίγη λίγο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι λίγοι οι λίγες τα λίγα
      γενική των λίγων των λίγων των λίγων
    αιτιατική τους λίγους τις λίγες τα λίγα
     κλητική λίγοι λίγες λίγα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λίγος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λίγος < αρχαία ελληνική ὀλίγος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈli.ɣos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λί‐γος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λίγος, -η, -ο

  1. (στον ενικό με μη αριθμητά ουσιαστικά) δηλώνει μικρή, περιορισμένη ποσότητα
    Θα ήθελα λίγη ζάχαρη, παρακαλώ.
  2. (στον πληθυντικό κυρίως με αριθμητά ουσιαστικά) δηλώνει μικρό, περιορισμένο πλήθος (και αντωνυμική χρήση)
    μέχρι πρόσφατα πολύ λίγοι Έλληνες είχαν σύνδεση με το διαδίκτυο.
    Πολύ λίγοι τόλμησαν αν ανέβουν στην κορυφή του βράχου.
    δείτε και τη λέξη ολίγοι
    (αλλά και) λίγες ελπίδες του απέμειναν.
  3. (μεταφορικά) άνθρωπος περιορισμένων ικανοτήτων, ανεπαρκής
    ήταν πολύ λίγος για να αντιμετωπίσει τέτοια πρόκληση με επιτυχία.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία