Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο λιγοστός η λιγοστή το λιγοστό
      γενική του λιγοστού της λιγοστής του λιγοστού
    αιτιατική τον λιγοστό τη λιγοστή το λιγοστό
     κλητική λιγοστέ λιγοστή λιγοστό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι λιγοστοί οι λιγοστές τα λιγοστά
      γενική των λιγοστών των λιγοστών των λιγοστών
    αιτιατική τους λιγοστούς τις λιγοστές τα λιγοστά
     κλητική λιγοστοί λιγοστές λιγοστά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λιγοστός < (ελληνιστική κοινή) ὀλιγοστός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λιγοστός, -ή, -ό

  • μικρός σε αριθμό, ποσότητα, λίγος
    η φωτιά έκαψε και τα λιγοστά δέντρα που είχαν απομείνει στο δάσος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία