Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λιγοστός < ελληνιστική κοινή ὀλιγοστός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

λιγοστός, -ή, -ό

  1. μικρός σε αριθμό, ποσότητα, λίγος
    η φωτιά έκαψε και τα λιγοστά δέντρα που είχαν απομείνει στο δάσος


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία