Άνοιγμα κυρίου μενού

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

little (en)

  1. μικρός, νεότερος
    A little child.
    My little brother.
  2. λίγος (με μη αριθμητά ουσιαστικά)
    There is little water left.

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

little (en)

He speaks little.

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

little by little