Δείτε επίσης: ολίγος

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ὀλίγος ὀλίγη τὸ ὀλίγον
      γενική τοῦ ὀλίγου τῆς ὀλίγης τοῦ ὀλίγου
      δοτική τῷ ὀλίγ τῇ ὀλίγ τῷ ὀλίγ
    αιτιατική τὸν ὀλίγον τὴν ὀλίγην τὸ ὀλίγον
     κλητική ! ὀλίγε ὀλίγη ὀλίγον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ὀλίγοι αἱ ὀλίγαι τὰ ὀλίγ
      γενική τῶν ὀλίγων τῶν ὀλίγων τῶν ὀλίγων
      δοτική τοῖς ὀλίγοις ταῖς ὀλίγαις τοῖς ὀλίγοις
    αιτιατική τοὺς ὀλίγους τὰς ὀλίγᾱς τὰ ὀλίγ
     κλητική ! ὀλίγοι ὀλίγαι ὀλίγ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ὀλίγω τὼ ὀλίγ τὼ ὀλίγω
      γεν-δοτ τοῖν ὀλίγοιν τοῖν ὀλίγαιν τοῖν ὀλίγοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'μέγιστος' όπως «στρογγύλος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὀλίγος, ήδη ομηρικό < αν συγγενεύει με το ουσιαστικό λοιγός (απώλεια, θάνατος, καταστροφή), τότε, ὀ- (πρόθημα) + θέμα λιγ- + -ος.[1] Κατά τον Beekes,[2] δε σχετίζεται με το λοιγός και θεωρεί την ετυμολόγηση αβέβαιη συζητώντας διάφορες πιθανές εκδοχές.

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ὀλίγος, -η, ον [ῐ]

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «ολίγος» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  2. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. 

  ΠηγέςΕπεξεργασία