Ιταλικά (it)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

manica < λατινική manica

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

manica (it)

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  • «manica» - Vocabolario Treccani online, Istituto dell'Enciclopedia Italiana.



Λατινικά (la)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

manica < man(us) + -ica < -icus
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: μεσαιωνικά ελληνικά: μάνικα / μανίκα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

mănĭca (la) θηλυκό συνήθως στον πληθυντικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία