Ετυμολογία

επεξεργασία
manica < λατινική manica

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

manica (it)

Παράγωγα

επεξεργασία



  Ετυμολογία

επεξεργασία
manica < man(us) + -ica < -icus
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: μεσαιωνικά ελληνικά: μάνικα / μανίκα

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

mănĭca (la) θηλυκό συνήθως στον πληθυντικό

Συγγενικά

επεξεργασία