Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μάνικα οι μάνικες
      γενική της μάνικας των μάνικων
    αιτιατική τη μάνικα τις μάνικες
     κλητική μάνικα μάνικες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάνικα < ιταλική manica

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάνικα θηλυκό

  • πλαστικός και εύκαμπτος σωλήνας για τη μεταφορά συνήθως μεγάλης ποσότητας νερού από μία βρύση ή δεξαμενή σε πιο μακρινό σημείο
μάνικα της πυροσβεστικής


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία