Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βραχίονας οι βραχίονες
      γενική του βραχίονα των βραχιόνων
    αιτιατική τον βραχίονα τους βραχίονες
     κλητική βραχίονα βραχίονες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βραχίονας < αρχαία ελληνική βραχίων

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /vɾa.ˈçi.ɔ.nas/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βραχίονας αρσενικό

  1. το ανώτερο τμήμα του χεριού, από τον ώμο μέχρι τον αγκώνα
  2. μηχανικό χέρι, τμήμα μηχανήματος
  3. οτιδήποτε μοιάζει με χέρι
    ο βραχίονας του λιμανιού
  4. το ένα από τα δύο στελέχη που συγκρατούν τα γυαλιά οράσεως στο αφτί

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία