Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μανικόττι < (άμεσο δάνειο) ιταλική manicott(o) (< manica < λατινική manica < manus)+ για προσαρμογή στην ελληνική κλίση. Συγκρίνετε με το μανίκιον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μανικόττι ουδέτερο

  1. πολλοὶ φοροῦν μεταξωτά, βελοῦδα, τζαμηλότια,
    πᾶσα λογῆς κατακοπτὰ,
    [sic ὰ] φαρδειὰ τὰ μανικότια*,
    κάρτζαις πασίλογαις** καὶ αὐταῖς νἆναι** κατακομμέναις,
    παπούτζαις χελωνόκοπαις** εὐμορφοκαμωμέναις.
    * άλλη γραφή: φαρδία μανικόττια [1]
    ** άλλη γραφή: κάρτζες πασύλογες ... νἆνε *** ἀχελωνόκοπες

Άλλες γραφέςΕπεξεργασία

  • μανικότι

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Κλιτικοί τύποιΕπεξεργασία

  • μανικόττια, μανικότια (πληθυντικός)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «μανικόττι» -  Επιτομή του Λεξικού Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].