Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σωλήνας οι σωλήνες
      γενική του σωλήνα των σωλήνων
    αιτιατική τον σωλήνα τους σωλήνες
     κλητική σωλήνα σωλήνες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σωλήνας < αρχαία ελληνική σωλήν

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /sɔ.ˈli.nas/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
σωλήνες από μέταλλο

σωλήνας αρσενικό

  1. οποιοδήποτε κοίλο κυλινδρικό αντικείμενο
  2. κοίλο κυλινδρικό αντικείμενο κατασκευασμένο συνήθως από μέταλλο ή πλαστικό που χρησιμοποιείται κυρίως ως αγωγός για τη μεταφορά υγρών (π.χ. νερού) ή αερίων (π.χ. φυσικό αέριο) ή για την τοποθέτηση ηλεκτρικών ή τηλεφωνικών καλωδίων
  3. δοκιμαστικός σωλήνας: μικρής διατομής κυλινδρικό γυάλινο δοχείο που χρησιμοποιείται σε επιστημονικά εργαστήρια
  4. κάλτσα γκέτα μόνο για την γάμπα ή άλλο ύφασμα σαν σωλήνας, περίβλημα κνήμης, περικνημίδα (συνήθως το ένδυμα και όχι το σκληρό προστατευτικό)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία