Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σωλήνα < μεσαιωνική ελληνική < σωλήνας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σωλήνα θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία