Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αλάνι τα αλάνια
      γενική του αλανιού των αλανιών
    αιτιατική το αλάνι τα αλάνια
     κλητική αλάνι αλάνια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλάνι < (άμεσο δάνειο) τουρκική alan + < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική آلاڭ (alañ) < παλαιά τουρκικά alaŋ < πρωτοτουρκική *ala-n / *ala-ŋ < αραβική عَلَن ("δημόσιος").

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αλάνι ουδέτερο

  1. (παρωχημένο) ανοιχτός χώρος σε αστικό περιβάλλον
  2. παιδί του δρόμου, που τριγυρίζει
     συνώνυμα: αγυιόπαιδο, αλητάκος, αλητάμπουρας, αλητόπαιδο, μαγκάκι, χαμίνι
  3. άνθρωπος της παρανομίας, του υποκόσμου
     συνώνυμα: αλάνης, αλανιάρης

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία