Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τριγυρίζω < μεσαιωνική ελληνική τριγυρίζω < τριγύρω

  ΡήμαΕπεξεργασία

τριγυρίζω

  1. (αμετάβατο) περιφέρομαι, γυρνάω γύρω γύρω σε ένα μέρος χωρίς συγκεκριμένο σκοπό και κατεύθυνση
  2. (μεταβατικό) περιβάλλω, περιτριγυρίζω
  3. (μεταβατικό) περιτριγυρίζω, πλησιάζω ή ενοχλώ κάποιον με κάποιον σκοπό
  4. (μεταβατικό) (ειδικότερα) περιτριγυρίζω, πλησιάζω ή ενοχλώ κάποιον με ερωτικούς σκοπούς
    Ένα πλουσιόπαιδο του τόπου εδώ τριγύριζε τη Φρόσω από καιρό, από τότε που κατοικούσαν ακόμα στο επαρχείο. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου )
  5. (μεταβατικό) (ειδικότερα) (για ασθένειες) φαίνεται ότι πλησιάζω να κολλήσω κάποιον


  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία