Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περιφέρομαι < περιφέρω

  ΡήμαΕπεξεργασία

περιφέρομαι

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία