Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τριγύρισμα τα τριγυρίσματα
      γενική του τριγυρίσματος των τριγυρισμάτων
    αιτιατική το τριγύρισμα τα τριγυρίσματα
     κλητική τριγύρισμα τριγυρίσματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τριγύρισμα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τριγύρισμα ουδέτερο

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία