Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αλάνα οι αλάνες
      γενική της αλάνας των αλανών
    αιτιατική την αλάνα τις αλάνες
     κλητική αλάνα αλάνες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλάνα < αλάν(ι) (παλιά σημασία: ανοιχτός χώρος) + μεγεθυντικό < (άμεσο δάνειο) τουρκική alan < οθωμανική τουρκική آلاڭ (alañ)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αλάνα θηλυκό

  1. υπαίθρια έκταση σε κατοικημένη περιοχή, ή κοντά σε αυτή, που δεν έχει διαμορφωθεί
    ※  Έξω στις αλάνες παίζαμε με τα γειτονόπουλα την τυφλόμυγα, τη μακριά γαϊδούρα, το κουτσό ή τα πεντόβολα.
    (Γιάννης Καιροφύλας, Αναμνήσεις ενός Αθηναίου.)
  2. (λαϊκότροπο) θηλυκό του αλάνης

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία