Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο νταής οι νταήδες
      γενική του νταή των νταήδων
    αιτιατική τον νταή τους νταήδες
     κλητική νταή νταήδες
όπως «μπαλωματής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νταής < τουρκική dayı (θείος, προστάτης) + [1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νταής αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία