Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιτηδεύομαι < αρχαία ελληνική ἐπιτηδεύoμαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

επιτηδεύομαι

  1. ασχολούμαι δεξιοτεχνικά με κάτι
  2. (παρωχημένο) επαγγέλλομαι, έχω ως επάγγελμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία