Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διευθυντής διευθυντές
& διευθυντάδες
γενική διευθυντή
& διευθυντού*
διευθυντών
& διευθυντάδων
αιτιατική διευθυντή διευθυντές
& διευθυντάδες
κλητική διευθυντή
διευθυντά*
διευθυντές
& διευθυντάδες
*Οι δεύτεροι τύποι της γεν. και της κλ. εν. είναι λόγιοι.
Οι δεύτεροι τύποι του πληθυντικού είναι λαϊκότροποι.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διευθυντής < ελληνιστική κοινή διευθυντής < διευθύνω < διά + αρχαία ελληνική εὐθύνω < εὐθύς ((σημασιολογικό δάνειο) (γαλλικά) directeur)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διευθυντής αρσενικό (θηλυκό: διευθύντρια)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική διευθυντής διευθυντά διευθυνταί
Γενική διευθυντοῦ διευθυνταῖν διευθυντῶν
Δοτική διευθυντ διευθυνταῖν διευθυνταῖς
Αιτιατική διευθυντήν διευθυντά διευθυντάς
Κλητική διευθυντά διευθυντά διευθυνταί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διευθυντής < διά + αρχαία ελληνική εὐθύνω + -τής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

διευθυντής αρσενικό

  1. (ελληνιστική κοινή) ελεγκτής
  2. (ελληνιστική κοινή) λογιστής