Ρουμανικά (ro) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

director (ro) αρσενικό : director

  1. ο διευθυντής

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

director (ro) : director

  1. διευθύνων