Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανάβω < αρχαία ελληνική ἀνάπτω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ˈna.vɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

ανάβω (παθητική φωνή: ανάβομαι. Μετοχή παθητικού παρακειμένου: αναμμένος)

  1. (μεταβατικό) βάζω φωτιά σε κάτι
  2. (αμετάβατο) παίρνω φωτιά
  3. (αμετάβατο) υπερθερμαίνομαι, είμαι υπερβολικά ζεστός
    Τα μάγουλα, ο λαιμός της κυρα-Πίκας είχαν ανάψει. (Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού)
  4. (μεταβατικό) θέτω σε λειτουργία μια μηχανή ή συσκευή
  5. (αμετάβατο) τίθεμαι σε λειτουργία (για μηχανές, συσκευές)
  6. (μεταβατικό, μεταφορικά) θυμώνω κάποιον ή τον ερεθίζω σεξουαλικά
  7. (αμετάβατο, μεταφορικά) θυμώνω
  8. (αμετάβατο, μεταφορικά) ερεθίζομαι σεξουαλικά

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία