Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπουρλότο τα μπουρλότα
      γενική του μπουρλότου των μπουρλότων
    αιτιατική το μπουρλότο τα μπουρλότα
     κλητική μπουρλότο μπουρλότα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπουρλότο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μπουρλότο ουδέτερο

  1. μικρό πλοίο γεμάτο εκρηκτικά ή άλλες αναφλέξιμες ουσίες που χρησίμευε στην ανάφλεξη εχθρικών πλοίων
  2. τεχνικό παιχνίδι τράπουλας
     συνώνυμα: μπουρλότ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία