Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

dismiss (en)

  1. διώχνω, αποδιώχνω, αποπέμπω, αποβάλλω
  2. απολύω (εργαζόμενο ή στρατιώτη)
  3. απαλλάσσω
  4. επιτρέπω σε κάποιον να φύγει από στρατιωτική παράταξη
    the soldiers were dismissed after the parade