Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διώχνω < μεσαιωνική ελληνική διώχνω < αρχαία ελληνική διώκω < δίω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dih₁- (κινώ γρήγορα)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈðʝɔ.xnɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

διώχνω (παθητική φωνή: διώχνομαι)

  1. αναγκάζω κάποιον να φύγει με τα λόγια ή τη συμπεριφορά μου
    τον έδιωξαν κακήν κακώς, για μείνουν μόνοι
  2. απομακρύνω κάποιον από το χώρο στον οποίο βρίσκεται
    διώξε το σκύλο μακριά από τις γλάστρες!
  3. απομακρύνω κάποιον από τη θέση που έχει
    συνώνυμα: απολύω
    τον έδιωξαν από την εταιρεία
  4. απομακρύνω κάποιον από τον τόπο της μόνιμης κατοικίας του
    συνώνυμα: εκτοπίζω
    οι εχθροί τους έδιωξαν από το χωριό τους και μετά το έκαψαν
  5. απομακρύνω κάποιον ξένο από τη χώρα διαμονής του
    συνώνυμα: απελαύνω
    επειδή δεν είχαν τα απαραίτητα δικαιολογητικά, τους έδιωξαν από τη χώρα
  6. κάνω έξωση σε κάποιον, τον απομακρύνω από μισθωμένη κατοικία
    με διώχνουν από το διαμέρισμα, διότι το θέλουν για ιδιοκατοίκηση
  7. αποβάλλω
    τους έδιωξαν από το σχολείο εξαιτίας των ζημιών που έκαναν
  8. σταματώ να σκέφτομαι, απομακρύνω κάτι από την ψυχή μου
    πρέπει να σκεφτείς κάτι θετικό, για να διώξεις τις αμφιβολίες σου
  9. απαλλάσσομαι από την παρουσία κάποιου
    τον έδιωξε από τη ζωή της
  10. (μεταφορικά) προστατεύω ή απαλλάσσω κάποιον από κάτι
    η γυμναστική διώχνει το άγχος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία