Δείτε επίσης: layoff

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

ενεστώτας lay off
γ΄ ενικό ενεστώτα lays off
αόριστος laid off
παθητική μετοχή laid off
ενεργητική μετοχή laying off

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δείτε τις λέξεις lay και off

  ΡήμαΕπεξεργασία

lay off (en)

  • απολύω λόγω έλλειψης ή κατάργησης εργασίας (και όχι τιμωρητικά όπως το fire)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία