Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έξι < αρχαία ελληνική ἕξ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɛ.ksi/
Audio 

ομόηχοΕπεξεργασία

  ΑριθμητικόΕπεξεργασία

έξι

  1. ο ακέραιος αριθμός που ακολουθεί το πέντε και προηγείται του εφτά

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έξι ουδέτερο άκλιτο

  1. το ψηφίο 6
  2. σχολικός βαθμός
  3. φύλλο της τράπουλας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία