Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξάκις < αρχαία ελληνική ἑξάκις

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

εξάκις

  1. έξι φορές

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία