Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βολαπούκ < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βολαπούκ ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό άκλιτο

  1. τεχνητή γλώσσα

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία