Δείτε επίσης: Pet., pět

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
pet pets

pet (en)

  • το κατοικίδιο ζώο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

pet (en) ενικός και πληθυντικός ίδιος

  1. αγαπημένος
  2. χαϊδεμένος



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

pet 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
pet pets

pet (fr) θηλυκό



Πολωνικά (pl) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

pet 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

pet (pl) αρσενικό

  1. (οικείο) γόπα, αποτσίγαρο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Σερβοκροατικά (sh)Επεξεργασία

  ΑριθμητικόΕπεξεργασία

pet (sh)