Ελληνικά (el)

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πορδή οι πορδές
      γενική της πορδής των πορδών
    αιτιατική την πορδή τις πορδές
     κλητική πορδή πορδές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

πορδή < αρχαία ελληνική πορδή

  Προφορά

ΔΦΑ : /pɔɾ.ˈði/

  Ουσιαστικό

πορδή θηλυκό

  1. η εκούσια ή ακούσια αποβολή αερίων του εντέρου από τον πισινό, που μπορεί και να δημιουργεί ήχο (ενίοτε δύσοσμη)
     συνώνυμα: κλανιά, φύσα
  2. (μεταφορικά) για άτομο μικρής ηλικίας
    ο γιος σου είναι μια σταλιά πορδή και αντιμιλάει
  3. (μεταφορικά) για ασήμαντο άτομο
    ο Νίκος είναι μια πορδή, μην τον ξεσυνερίζεσαι.

Εκφράσεις

  • κούφια / τζούφια πορδή: πορδή η οποία δεν δημιούργησε ήχο
  • με πορδές δεν βάφονται αβγά: πρέπει να εργαστείς, να ακολουθήσεις μια μέθοδο/διαδικασία ή ότι συμφώνησες με κάποιον
  • (πετάγομαι) σαν (την) πορδή: μιλώ άκαιρα χωρίς να έχω τον λόγο, λέω άσχετα/ενοχλητικά πράγματα χωρίς να μου απευθύνουν τον λόγο
  • όταν μιλούν οι κώλοι, βγαίνουν πορδές: τα ανούσια/απαίσια άτομα μιλούν ανούσια/απαίσια

Παροιμίες

  • «ο καθένας κάνει την πορδή του μοσχολίβανο».

Συνώνυμα

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα

  Μεταφράσεις



Αρχαία ελληνικά (grc)

  Ετυμολογία

πορδή < πέρδομαι

  Ουσιαστικό

πορδή θηλυκό