Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

πορδίζω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

πορδίζω

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία